Ομιλία κ. Μίχαλου, προέδρου ΚΕΕ & ΕΒΕΑ, σε εκδήλωση του Επιμελητήριου Πιερίας Κατερίνη, 21 Ιανουαρίου 2017

«Θα ήθελα κατ’ αρχήν να ευχηθώ σε όλους καλή χρονιά, καλή δύναμη και επιτυχία σε ό,τι κι αν κάνετε. Ξέρουμε όλοι ότι το επιχειρείν στις μέρες μας έχει εξελιχθεί σε αγώνα αντοχής. Σε έναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης, απέναντι στην κρίση και στα δεκάδες μικρά και μεγάλα προβλήματα με τα οποία έχει επιβαρύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Και το ερώτημα που απασχολεί όλους μας είναι ένα: πότε θα μπορέσουμε επιτέλους να πάρουμε ανάσα; πότε θα καταφέρει η οικονομία να βγει από αυτό το τέλμα; μπορεί το 2017 να φέρει κάτι καλύτερο για τη χώρα και για την αγορά;

Σύμφωνα με τους αριθμούς και τις επίσημες εκτιμήσεις, η απάντηση είναι θετική. Όπως δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το τρίτο τρίμηνο του 2016 η οικονομία κατέγραψε ανάπτυξη 0,5% σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο και 1,5% σε σύγκριση με την περσινή αντίστοιχη περίοδο. Άνοδος της δραστηριότητας, έστω και μικρή, σημειώθηκε σε τομείς όπως η βιομηχανία και ο τουρισμός, ενώ οι εξαγωγές κατάφεραν να ανακτήσουν ένα σημαντικό μέρος της δυναμικής που είχαν χάσει τους προηγούμενους μήνες.

Με βάση αυτά τα στοιχεία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η κυβέρνηση, δια του προϋπολογισμού, εκτιμούν ότι το 2017 θα είναι έτος ανάπτυξης, με ρυθμό της τάξης του 2,7%.

Όσο κι αν θα θέλαμε οι εκτιμήσεις αυτές να επαληθευτούν, η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην αγορά αφήνει ελάχιστα περιθώρια αισιοδοξίας. Η βελτίωση των στατιστικών δεικτών δεν φαίνεται να αποτυπώνεται στην πραγματική οικονομία. Αντίθετα, επιχειρήσεις και εργαζόμενοι εξακολουθούν να παλεύουν ενάντια στη φοροκαταιγίδα, που γίνεται όλο και πιο έντονη. Και οι συνέπειες είναι ορατές παντού.
Μόνο το Δεκέμβριο που μας πέρασε, οι φορολογούμενοι κλήθηκαν να πληρώσουν συνολικά πάνω από 4 δισ. ευρώ. Πρόκειται για χρήματα που στερήθηκε ουσιαστικά η αγορά.

Πανελλαδικά, η πτώση του τζίρου άγγιξε μέχρι και τον κλάδο των τροφίμων. Γεγονός που δείχνει ότι τα νοικοκυριά περιορίζουν τις δαπάνες τους ακόμα και για τα ανελαστικά είδη, όπως είναι τα τρόφιμα. Και το 2017 έφερε μαζί του νέες επιβαρύνσεις. Τη φετινή χρονιά οι φόροι και οι εισφορές υπολογίζεται ότι θα υπερβούν το 60% του εισοδήματος των Ελλήνων. Περίπου 6 εκατομμύρια φυσικά και νομικά πρόσωπα θα κληθούν να πληρώσουν 2,5 δισ. ευρώ επιπλέον, σε σχέση με το προηγούμενο έτος: αύξηση φόρου εισοδήματος, νέοι φόροι και τέλη στη σταθερή τηλεφωνία και στον καφέ, αύξηση φορολογίας στα τσιγάρα και στα καύσιμα, αύξηση συντελεστών φόρου για ενοίκια και λοιπά εισοδήματα από ακίνητα.

Σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, έχουμε και την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, που ισοδυναμεί με μείωση εισοδήματος για τους μισθωτούς. Και βέβαια, το πρωτοφανές ασφαλιστικό χαράτσι στους ελεύθερους επαγγελματίες. Δεν μπορεί να επιβιώσει επιχείρηση κάτω από αυτές τις συνθήκες. Με αυτές τις συνθήκες, η αγορά δεν μπορεί να μην προβληματίζεται για τη νέα χρονιά. Ό,τι κι αν λένε οι επίσημες εκτιμήσεις. Που και αυτές, βεβαίως, έχουν στηριχθεί σε πολύ συγκεκριμένες υποθέσεις και παραδοχές: στο ότι θα ολοκληρωθεί άμεσα η δεύτερη αξιολόγηση και θα προχωρήσουμε στα επόμενα βήματα. Που είναι η πρόσβαση της Ελλάδας στο μηχανισμό ποσοτικής χαλάρωσης, η εφαρμογή των μέτρων για τη βιωσιμότητα του χρέους, την αποπληρωμή οφειλών στον ιδιωτικό τομέα κτλ.

Μέχρι στιγμής, η αξιολόγηση δεν έχει ολοκληρωθεί. Και κάθε καθυστέρηση είναι σε βάρος της Ελλάδας. Το 2017 είναι χρονιά εκλογών στην Ολλανδία, στη Γερμανία και στη Γαλλία και – όπως έχουμε δει να συμβαίνει και στο παρελθόν – η αδιαλλαξία απέναντι στην Ελλάδα αυξάνεται στο πλαίσιο της προεκλογικής ατζέντας των ευρωπαϊκών κομμάτων. Η κατάσταση, επομένως, σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί εφησυχασμό.

Τι πρέπει να γίνει; Πρώτα από όλα, να κλείσει η αξιολόγηση. Όχι μόνο για να έρθουν οι πόροι που περιμένει η αγορά. Αλλά για να προλάβει η Ελλάδα να επωφεληθεί από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των καταθετών και να επιστρέψουν χρήματα στις τράπεζες. Για να μπορέσει, με αυτό τον τρόπο, να αποκλιμακωθεί το κόστος χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας. Για να μπορέσουν, επιτέλους, οι επιχειρήσεις να δανειστούν με βιώσιμα επιτόκια.

Προς αυτή την κατεύθυνση, είναι επίσης απαραίτητο να προχωρήσει ταχύτερα η διαδικασία διαχείρισης των κόκκινων δανείων. Σαφώς και δεν είναι εύκολη. Αλλά αν δεν λήξει και αυτή η εκκρεμότητα, ρευστότητα από τις τράπεζες δεν θα δούμε. Όσο δεν ξεκαθαρίζει η κατάσταση με τις μη βιώσιμες επιχειρήσεις, θα σφίγγει περισσότερο η θηλιά γύρω από το λαιμό των βιώσιμων.

Εξίσου ζωτική συνθήκη για να ανακάμψει η πραγματική οικονομία: λιγότεροι φόροι. Δεν θα πάψουμε να το λέμε. Χρειάζεται αναπροσαρμογή της δημοσιονομικής πολιτικής. Με μείωση της φορολογίας, σε συνδυασμό με αποτελεσματικότερο έλεγχο της φοροδιαφυγής και περιορισμό των λειτουργικών δαπανών του κράτους. Πάγιο αίτημα της αγοράς και της Επιμελητηριακής Κοινότητας, είναι η διαμόρφωση ενός σταθερού και ταυτόχρονα ανταγωνιστικού φορολογικού περιβάλλοντος, με καθιέρωση ενιαίου flat rate συντελεστή για τις επιχειρήσεις, που δεν θα ξεπερνά το 20%. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να δοθεί έμφαση στην αύξηση της εισπραξιμότητας των φόρων, με μέτρα όπως η παροχή κινήτρων για τη χρήση του πλαστικού χρήματος και της ηλεκτρονικής είσπραξης ΦΠΑ, καθώς και η σύσταση Ειδικού Σώματος Δίωξης για την καταπολέμηση του παραεμπορίου.

Ένα άλλο μεγάλο ζήτημα είναι η λειτουργία του δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, στη διάρκεια του 2016 οι μισθοδοτούμενοι από το Δημόσιο αυξήθηκαν κατά 1%, η δαπάνη του κρατικού προϋπολογισμού για μισθούς δημοσίων υπαλλήλων αυξήθηκε κατά 0,8% και το ωριαίο κόστος εργασίας στο δημόσιο αυξήθηκε κατά 4,5%.

Το κόστος αυτό καλούμαστε να πληρώσουμε, με υψηλότερους φόρους. Οι επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι, οι επαγγελματίες. Κι εδώ θέλω να είμαι σαφής: δεν μιλάμε για απολύσεις στο δημόσιο. Δεν μιλάμε για οριζόντιες και τυφλές περικοπές, που οδηγούν σε ακόμη μεγαλύτερη παράλυση τη δημόσια διοίκηση. Μιλάμε για αποτελεσματικότητα, για παραγωγικότητα και αξιολόγηση. Να ξέρουμε ποια υπηρεσία και ποιος φορέας κάνει τι και με πόσο προσωπικό. Να μπουν παντού ποσοτικοί και ποιοτικοί στόχοι. Να δοθούν κίνητρα και επιβραβεύσεις στους άξιους και στους παραγωγικούς. Να υπάρχει λογοδοσία και αξιολόγηση αποτελεσματικότητας, για κάθε ευρώ που ξοδεύεται από το κράτος και τους φορείς του. Να αξιοποιηθούν οι νέες τεχνολογίες στην πράξη και όχι στα χαρτιά, για να εξοικονομηθεί κόστος.

Όλα αυτά, που είναι δεδομένα για τον ιδιωτικό τομέα, ακόμα και για την πιο μικρή επιχείρηση, στο κράτος δεν καταφέραμε να τα εφαρμόσουμε ποτέ. Καμία κυβέρνηση δεν τόλμησε, καμία κυβέρνηση δεν κατάφερε να βάλει τάξη στις δαπάνες του δημοσίου. Το μόνο που έχουμε δει όλα αυτά τα χρόνια, είναι τυφλές περικοπές που εξαθλίωσαν τις υπηρεσίες προς τον πολίτη – με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον τομέα της υγείας. Είναι η συνεχής συσσώρευση χρεών προς ιδιώτες προμηθευτές. Και κάποια αποσπασματικά προγράμματα, που έγιναν μόνο και μόνο για να κλείσουν αξιολογήσεις, χωρίς να εφαρμοστούν ποτέ στην πράξη.

Τώρα όμως τα περιθώρια έχουν στενέψει. Οι φορολογούμενοι δεν αντέχουν άλλο. Κι αυτό θα γίνεται όλο και πιο εμφανές στην πορεία των εσόδων. Αν δεν πάρει ανάσα η αγορά, δεν θα μπορέσει να επιβιώσει κανείς. Έστω και τώρα, ας κάνουν αυτό που πρέπει.
Αποτελεσματικότερος έλεγχος της κρατικής δαπάνης, πάταξη της φοροδιαφυγής, λιγότεροι φόροι για τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους. Κι αυτά πρέπει να συνδυαστούν με νέες μεταρρυθμίσεις και πολιτικές, για την προσέλκυση κεφαλαίων και επενδύσεων στη χώρα. Μεταρρυθμίσεις στο κράτος και στις αγορές. Αποκρατικοποιήσεις και στρατηγικές συμμαχίες με ιδιώτες, για την πραγματοποίηση μεγάλων project που θα φέρουν όχι μόνο έσοδα στα κρατικά ταμεία, αλλά και θέσεις εργασίας, ευκαιρίες και προοπτικές ανάπτυξης.

Δυνατότητες υπάρχουν πολλές. Σε κάθε περιφέρεια της χώρας. Και σε τομείς όπου η Ελλάδα διαθέτει μεγάλα συγκριτικά πλεονεκτήματα: στις μεταφορές, στην ενέργεια, στον τουρισμό. Ας τις αξιοποιήσουν. Ας καταλάβουν όλοι ότι, αν δεν έρθουν στη χώρα ιδιωτικά κεφάλαια, ανάπτυξη δεν θα δούμε. Κι ας προχωρήσουν, με σχέδιο και γνώση, αφήνοντας στην άκρη ιδεοληψίες και αγκυλώσεις του παρελθόντος.

Και το σημαντικότερο: ας ομονοήσουν επιτέλους οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Ας συνεργαστούν κι ας συμφωνήσουν σε μια εθνική στρατηγική, την οποία θα υπερασπιστούν από κοινού απέναντι στους δανειστές. Ας δώσουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα: ότι οι στόχοι και οι δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Ελλάδα θα τηρηθούν, όποια κυβέρνηση κι αν είναι στην εξουσία. Αλλά θα τηρηθούν βάσει εθνικού σχεδίου.

Εμείς από την πλευρά μας, ως Επιμελητηριακή Κοινότητα, ως φορέας που εκπροσωπεί τις επιχειρήσεις κάθε κλάδου – χωρίς κομματικές ή άλλες ταμπέλες – θα συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε αυτό το αίτημα. Θα συνεχίσουμε να μεταφέρουμε δυνατά και καθαρά, μέσα από τις δικές σας προτάσεις και προβληματισμούς, τη φωνή του επιχειρηματικού κόσμου».