ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΚΕΕ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΑΡΧΗΓΟΥΣ ΕΝΟΨΕΙ 84ης ΔΕΘ

«Η επιτάχυνση της ανάπτυξης με βιώσιμους όρους αποτελεί σήμερα υπαρξιακή πρόκληση για την Ελλάδα.
Τον στόχο αυτό καλείται να επιτύχει η νέα κυβέρνηση μετά την εκλογική της επιτυχία, που της εξασφαλίζει συνθήκες πολιτικής σταθερότητας στα επόμενα χρόνια και της δίνει τη δυνατότητα για την προώθηση φιλικών προς την ανάπτυξη μεταρρυθμίσεων και πολιτικών».
Αυτό επισημαίνει ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδας και του ΕΒΕΑ κ. Κωνσταντίνος Μίχαλος, στο υπόμνημα που απέστειλε σήμερα η ΚΕΕ στους πολιτικούς αρχηγούς των κομμάτων που εκπροσωπούνται στο ελληνικό κοινοβούλιο, ενόψει της 84ης ΔΕΘ.
Όπως τονίζεται στο υπόμνημα της ΚΕΕ, η Επιμελητηριακή και Επιχειρηματική Κοινότητα επιθυμεί την άμεση υλοποίηση της αναμόρφωσης του φορολογικού συστήματος, ώστε να συνδράμει στην οικονομική ανάπτυξη, την αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος, το οποίο παραμένει σήμερα σε μεγάλο βαθμό αναξιόπιστο και αντιαναπτυξιακό, καθώς και την άμεση εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος της χώρας, με στόχο τη βελτίωση του χρηματοδοτικού περιβάλλοντος για τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, η Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων επαναφέρει προς υλοποίηση μια σειρά μεταρρυθμίσεων και μέτρων, οι οποίες θα συμβάλλουν στην ενίσχυση της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας.
Αναλυτικά, το υπόμνημα έχει ως εξής:

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΝΟΨΕΙ ΤΗΣ 84ης Δ.Ε.Θ.

Μετά από μια δεκαετία ύφεσης και στασιμότητας, η Ελλάδα είναι πλέον έτοιμη να αλλάξει σελίδα και να δημιουργήσει ξανά προϋποθέσεις για ευημερία και ανάπτυξη.

Η προσπάθεια αυτή θα είναι κάθε άλλο παρά εύκολη. Το διεθνές οικονομικό περιβάλλον έχει σαφώς επιδεινωθεί, το ΔΝΤ έχει αναθεωρήσει προς τα κάτω το ρυθμό ανάπτυξης στην παγκόσμια οικονομία, ο κίνδυνος για άτακτο Brexit είναι πλέον ένα πιθανό σενάριο, ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ – Κίνα εντείνεται και η οικονομία της Γερμανίας παρουσιάζει εξαιρετικά χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Παρ’ όλα αυτά οι συνθήκες ακραίας αβεβαιότητας που βιώσαμε τα προηγούμενα χρόνια έχουν πλέον απομακρυνθεί. Η χώρα έχει αποκτήσει δημοσιονομική ισορροπία και διαθέτει επιπλέον πολιτική και κυβερνητική σταθερότητα.

Είναι, ωστόσο, προφανές ότι το μείγμα οικονομικής πολιτικής, με το οποίο η χώρα κατάφερε να αποκτήσει δημοσιονομική ισορροπία, έχει βαρύ τίμημα για τις επιχειρήσεις και για την αγορά, για την αναπτυξιακή προσπάθεια της ελληνικής οικονομίας. Ένα χρόνο μετά την έξοδο από τα μνημόνια, ο ρυθμός ανάπτυξης εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλά επίπεδα. Η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί στις διεθνείς κατατάξεις για την ανταγωνιστικότητα, ενώ τη χρονιά που πέρασε η αναλογία των επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ περιορίστηκε στο 11%, που αποτελεί τη χειρότερη επίδοση στην Ε.Ε.

Η επιτάχυνση της ανάπτυξης με βιώσιμους όρους, αποτελεί σήμερα υπαρξιακή πρόκληση για την Ελλάδα. Η χώρα μας είτε θα καταφέρει να περάσει στην επόμενη ημέρα, πραγματοποιώντας ένα μεγάλο άλμα μπροστά, είτε θα παραμείνει παγιδευμένη ανάμεσα στο υψηλό χρέος και την αναιμική ανάπτυξη, ευάλωτη οικονομικά και κοινωνικά, διαρκώς αντιμέτωπη με τον κίνδυνο να βρεθεί σύντομα ξανά σε αδιέξοδο.

Τώρα είναι η κρίσιμη στιγμή, στην οποία πρέπει να ενισχύσουμε την αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας. Για να καλύψουμε το τεράστιο παραγωγικό κενό που δημιούργησε η κρίση, για να αποκαταστήσουμε το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και να διασφαλίσουμε ότι η χώρα δεν θα μπει ξανά σε περιπέτειες στο μέλλον.

Η ανάδειξη αυτοδύναμης κυβέρνησης στις εκλογές του Ιουλίου ευνοεί αυτή την προσπάθεια, στο βαθμό που εξασφαλίζει συνθήκες πολιτικής σταθερότητας στα επόμενα χρόνια και ανοίγει το δρόμο για την προώθηση φιλικών προς την ανάπτυξη μεταρρυθμίσεων και πολιτικών.

Η θετική αντίδραση των αγορών σε αυτή την προοπτική, αποτυπώνεται ήδη στη ραγδαία αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου. Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης της επενδυτικής κοινότητας, αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για τη Ελλάδα, καθώς δημιουργεί ευνοϊκούς όρους για την κινητοποίηση της επιχειρηματικότητας, την αύξηση των επενδύσεων και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Η πρόκληση για τη νέα κυβέρνηση είναι να αξιοποιήσει σωστά αυτή την ευκαιρία, ασκώντας μια αποτελεσματική και αξιόπιστη οικονομική πολιτική, επιταχύνοντας το μεταρρυθμιστικό της έργο και εστιάζοντας σε μέτρα που ευνοούν την προσέλκυση επενδύσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, έχουν δοθεί μέχρι στιγμής θετικά δείγματα γραφής, με τις προγραμματικές προτεραιότητες της νέας κυβέρνησης, να δίνουν το στίγμα μιας πολιτικής φιλικής προς την επιχειρηματικότητα, τις επενδύσεις και την ανάπτυξη.

Ωστόσο, οι κυβερνήσεις κρίνονται στην πράξη.
Καθοριστικό ρόλο στην υλοποίηση του κυβερνητικού σχεδίου θα έχουν, αφενός η δημιουργία του απαραίτητου δημοσιονομικού χώρου και αφετέρου, η εξασφάλιση καλύτερων όρων χρηματοδότησης της οικονομίας. Η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής είναι το κλειδί σε αυτή την προσπάθεια, προκειμένου να εμπεδωθεί η εμπιστοσύνη των αγορών, να βελτιωθεί η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας και να ανοίξει ο δρόμος για τη μείωση από την Ε.Ε. των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα.
Οι βασικές προτεραιότητες για τη νέα κυβέρνηση, που οι επιχειρήσεις επιθυμούν να υλοποιηθούν άμεσα, είναι:
• Η αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και των επιχειρήσεων. Η Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος έχει ήδη καταθέσει προτάσεις επί συγκεκριμένων φορολογικών ζητημάτων, με σκοπό την εγκαθίδρυση ενός δικαιότερου φορολογικού συστήματος, το οποίο παράλληλα θα συνδράμει στην οικονομική ανάπτυξη. Παρεμβάσεις όπως η μείωση του συντελεστή φορολογίας επιχειρήσεων από 28% σε 20%, μέσα σε δύο χρόνια και τον φόρο μερισμάτων από 10% σε 5%, η καθιέρωση δύο βασικών συντελεστών ΦΠΑ 11% και 22% από 13% και 24% σήμερα, με διατήρηση του υπερμειωμένου συντελεστή ΦΠΑ στο 6%, ο διπλασιασμός του χρόνου για συμψηφισμό ζημιών και δυνατότητα υπεραποσβέσεων για νέες επενδύσεις σε ποσοστό 200%, η σταδιακή κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος και η ειδική εισφορά αλληλεγγύης, η περαιτέρω μείωση του ΕΝΦΙΑ για τα ακίνητα επαγγελματικής χρήσης, η καθιέρωση έκπτωσης για όλες τις εργασίες ενεργειακής, λειτουργικής και αισθητικής αναβάθμισης, συντήρησης και αξιοποίησης των κτιρίων, η αναστολή για μια τριετία του φόρου υπεραξίας στις αγοραπωλησίες ακινήτων και τον ΦΠΑ στην οικοδομική δραστηριότητα, θα αποτελέσουν σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση.
• Η αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος, το οποίο παραμένει σήμερα σε μεγάλο βαθμό αναξιόπιστο, άδικο, αλλά και αντιαναπτυξιακό, αφού επιβάλλει δυσβάσταχτο μη μισθολογικό κόστος, υπονομεύοντας την επιχειρηματικότητα και την απασχόληση, τις ίδιες δηλαδή πηγές από τις οποίες χρηματοδοτείται. Η Επιμελητηριακή Κοινότητα έχει και σε αυτό το θέμα καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις, που αφορούν τη σταδιακή μετάβαση σε ένα σύστημα τριών πυλώνων, με αξιοποίηση της ευρωπαϊκής εμπειρίας και προσαρμογή των πρακτικών άλλων χωρών στις εθνικές ανάγκες. Η σταδιακή μείωση των εισφορών για κύρια σύνταξη από 20% σε 15% θα δώσει περισσότερο οξυγόνο σε επιχειρήσεις και εργαζόμενους.
• Η άμεση εξυγίανση και βελτίωση του χρηματοδοτικού περιβάλλοντος για τις επιχειρήσεις. Χωρίς υγιείς τράπεζες, χωρίς νέες πιστώσεις, χωρίς ανταγωνιστικά επιτόκια, δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε βιώσιμη ανάπτυξη. Παρά τα μέτρα που έχουν εφαρμοστεί, εξακολουθεί να υπάρχει πρόβλημα έλλειψης φθηνής χρηματοδότησης στην οικονομία, με κύρια έκφανση την περιορισμένη προσφορά προς τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και τα υψηλά επιτόκια που επιβαρύνουν τις μεγάλες επιχειρήσεις, σε σχέση με τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές τους. Προϋπόθεση για να μειωθεί, συγκριτικά με τον ανταγωνισμό, το κόστος δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων είναι, βεβαίως, η βελτίωση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας, με αντίστοιχη μείωση των spreads των Ελληνικών ομολόγων. Όσον αφορά, ωστόσο, τις τράπεζες, είναι απαραίτητο να ληφθούν δραστικά μέτρα για την απομάκρυνση των αβεβαιοτήτων από τους ισολογισμούς τους, όπως τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, ώστε να μπορέσουν να επιδιώξουν την κεφαλαιακή τους ενίσχυση, προσελκύοντας νέους επενδυτές.
Η Επιμελητηριακή Κοινότητα διεκδικεί, επιπλέον, την προώθηση μιας σειράς μεταρρυθμίσεων και μέτρων, οι οποίες θα επιταχύνουν την ανάπτυξη. Συγκεκριμένα, απαιτούνται:

• Πλήρης αξιοποίηση του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης και των συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει στο επόμενο διάστημα να κινητοποιήσει επενδύσεις ύψους 100 δισ. ευρώ στους κλάδους του τουρισμού, της ναυτιλίας, στον πρωτογενή τομέα και την μεταποίηση τροφίμων, στην ενέργεια, στην έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, τη βιομηχανία, τα logistics και φυσικά στον κατασκευαστικό κλάδο.
• Επιτάχυνση μεγάλων έργων υποδομής: ολοκλήρωση των μεγάλων οδικών αξόνων στην ηπειρωτική χώρα και κατασκευή του Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης, σύνδεση των πόλεων με τους μεγάλους αυτοκινητόδρομους, αλλά και με τους βασικούς οδικούς άξονες γειτονικών χωρών. Επένδυση στο γρήγορο σιδηρόδρομο, με την ολοκλήρωση των συστημάτων ηλεκτροκίνησης, τηλεδιοίκησης και σηματοδότησης στην κεντρική σιδηροδρομική γραμμή και τη νέα πεδινή χάραξη Θεσσαλονίκης – Καβάλας. Ολοκλήρωση των ενεργειακών υποδομών, με στόχο την μείωση στο κόστος της ενέργειας για όλους.
• Μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, με ριζική απλοποίηση και θέσπιση ρητών προθεσμιών στις διαδικασίες αδειοδότησης, με καθιέρωση της ηλεκτρονικής υπογραφής για πολίτες και επιχειρήσεις και με ταχεία εκδίκαση των προσφυγών για επενδύσεις σε ειδικά τμήματα των δικαστηρίων.
• Βελτίωση της νομοθεσίας στον τομέα της επιχειρηματικής χωροθεσίας, καθώς και την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης των επιχειρήσεων. Υιοθέτηση του συνόλου των προτάσεων της Επιμελητηριακής κοινότητας για την ενθάρρυνση της ανάπτυξης επιχειρηματικών πάρκων, αλλά και στην οργάνωση και πολεοδόμηση των Άτυπων Συγκεντρώσεων Βιομηχανιών και Εφοδιαστικής, που υπάρχουν σε εκατοντάδες διάσπαρτες πυκνώσεις στη χώρα.
• Μεταρρυθμίσεις για μια αποτελεσματικότερη δημόσια διοίκηση, για αναβάθμιση της ποιότητας της νομοθετικής διαδικασίας, αλλά και της λειτουργίας των θεσμών. Η ψηφιακή μεταρρύθμιση του κράτους αποτελεί μια χρυσή ευκαιρία για το τέλος της γραφειοκρατίας και της πολυνομίας, με στόχο όλο και περισσότερες συναλλαγές να γίνονται πλέον ηλεκτρονικά. Η μεταφορά αρμοδιοτήτων του κράτους στην Αυτοδιοίκηση θα αποτελέσει ένα ουσιαστικό βήμα εκσυγχρονισμού, αρκεί να μεταφερθούν και οι απαραίτητοι πόροι. Επίσης, η διεύρυνση της συνεργασίας του κράτους με τον ιδιωτικό τομέα, με εκχώρηση δραστηριοτήτων όπου ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να προσφέρει καλύτερες και φθηνότερες υπηρεσίες, μπορεί να συμβάλει τόσο στην καλύτερη εξυπηρέτηση πολιτών και επιχειρήσεων, όσο και στον ουσιαστικό περιορισμό των κρατικών δαπανών.
• Μέτρα για τη βελτίωση του επιχειρηματικού και επενδυτικού περιβάλλοντος: επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων, προσαρμογή της εργατικής νομοθεσίας στα ευρωπαϊκά δεδομένα, αναμόρφωση του Πτωχευτικού Κώδικα, ολοκλήρωση του εθνικού και χωροταξικού σχεδιασμού και κωδικοποίηση των χρήσεων γης.
• Μεταρρυθμίσεις για την προστασία του περιβάλλοντος και τη βιώσιμη ανάπτυξη: με στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σταδιακή απεξάρτηση από τον λιγνίτη, με νέα πολιτική για τα απορρίμματα με ανακύκλωση στην πηγή, επαναχρησιμοποίηση υλικών, περιορισμό των πλαστικών μίας χρήσης, και επεξεργασία των υπολειμμάτων των απορριμμάτων για παραγωγή ενέργειας. Προετοιμασία των πόλεων και των μέσων μαζικής μεταφοράς για ηλεκτροκίνηση και εκπομπή μηδενικών ρύπων. Ολοκλήρωση του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού. Οργανωμένα σχέδια πρόληψης και αντιμετώπισης των πυρκαγιών και των επιπτώσεων από επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα.
• Νέα εθνική πολιτική για τη μεταποίηση: με ανάδειξη και ενίσχυση δυναμικών κλάδων, με πολιτικές για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, με νέα στρατηγική για τη χρηματοδότηση επενδύσεων.
• Μέτρα για την ενίσχυση της Μικρομεσαίας Επιχειρηματικότητας: ευέλικτα χρηματοδοτικά εργαλεία, κίνητρα και παρεμβάσεις που ευνοούν την επιχειρηματική μεγέθυνση, την καλλιέργεια δεξιοτήτων, την εξωστρέφεια, την πρόσβαση στην καινοτομία.
• Αναβάθμιση της εκπαίδευσης: αποτελεσματικότερη σύνδεση των Πανεπιστημίων με τον κόσμο της παραγωγής, δυνατότητα συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα, για τη χρηματοδότηση της έρευνας και την αξιοποίηση της γνώσης για την ανάπτυξη της καινοτομίας. Αξιολόγηση όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης αλλά και παροχή μεγαλύτερης ελευθερίας για εμπλουτισμό και προσαρμογή της διδασκαλίας στις ανάγκες των μαθητών. Δημιουργία πρότυπων επαγγελματικών λυκείων σε αντιπροσωπευτικές περιοχές της χώρας, που θα συνεργάζονται με την τοπική οικονομία και επιχειρηματικότητα. Στοχευμένα προγράμματα απόκτησης ψηφιακών δεξιοτήτων σε μακροχρόνια άνεργους.
• Άμεση παρέμβαση, ώστε να επιλυθεί το πρόβλημα των μεγάλων καθυστερήσεων στην απονομή της δικαιοσύνης, που πέραν όλων των άλλων προβλημάτων, δημιουργεί τεράστια προσκόμματα στην προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων.
• Στοχευμένες πολιτικές για την καταπολέμηση της φτώχειας: ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, αξιοποίηση δημοσίων ακινήτων για την άμβλυνση του προβλήματος των αστέγων, πρόγραμμα δωρεών προληπτικών εξετάσεων για όλους με κάλυψη από τον ΕΟΠΥΥ. Ενίσχυση των προγραμμάτων κατάρτισης και εκπαίδευσης με στόχο την επανένταξη στην αγορά εργασίας.

Εξίσου σημαντικό ρόλο, τέλος, στην αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας θα έχει η διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής κουλτούρας, η οποία ευνοεί την επίτευξη μεγάλου εύρους συναινέσεων μεταξύ των πολιτικών κομμάτων. Μετά από μια δεκαετία που χαρακτηρίστηκε από το διχασμό και την οξύτητα, οι πολίτες ζητούν μια νέα πολιτική συμπεριφορά. Απαιτούν ένα νέο τρόπο προσέγγισης των πολιτικών ρόλων, με περισσότερη υπευθυνότητα, νηφαλιότητα και διάθεση συναίνεσης στα μεγάλα ζητήματα, με λιγότερα λόγια και περισσότερες πράξεις, στη βάση των οποίων όλοι θα κριθούν.

Η Ελλάδα μπορεί να τα καταφέρει. Με σχέδιο, με σοβαρότητα, με ενότητα και συνεργασία, μπορούμε να κερδίσουμε το στοίχημα της επόμενης ημέρας. Να δημιουργήσουμε τους όρους για μια ισχυρή και βιώσιμη ανάπτυξη, με κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη, με περισσότερες ευκαιρίες και προοπτικές για όλους.

Τα Επιμελητήρια, ως θεσμικός εκφραστής της επιχειρηματικής κοινότητας, θα συνεχίσουν να διατηρούν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας, με τους φορείς λήψης αποφάσεων. Θα συνεχίσουν να συμμετέχουν υπεύθυνα και εποικοδομητικά στο διάλογο, ώστε η χώρα να καταφέρει να κάνει το μεγάλο βήμα μπροστά.